Σαν εχθές, στις 14 Φλεβάρη του 1884, γεννήθηκε στον Πύργο της Ανατολικής Ρωμυλίας (σημερινό Μπουργκάς) ο λογοτέχνης, ποιητής και δημοσιογράφοςΚώστας Βάρναλης. Στο έργο του περιλαμβάνονται πολλά ποιήματα, αφηγηματικά έργα, κριτικές καθώς και μεταφράσεις. Το 1959 τιμήθηκε από την ΕΣΣΔ με το Βραβείο Ειρήνης Λένιν.
Ο ποιητής, δημιουργώντας μια πολύ παραστατική εικόνα, μας μεταφέρει στο χώρο μιας κακόφημης υπόγειας ταβέρνας, όπου ανάμεσα στους καπνούς και στις βρισιές των άλλων θαμώνων, κάθεται μια παρέα αντρών. Ο φριχτός ήχος της (μάλλον!) ασυντήρητης λατέρνας τους συνοδεύει για άλλο ένα βράδυ στο ποτό (...εψές, σαν όλα τα βραδάκια...), στο οποίο κατέφυγαν για να ξεχάσουν τα βάσανά τους (...να πάνε κάτου τα φαρμάκια...).
Η ταβέρνα είναι ασφυκτικά γεμάτη (...Σφιγγόταν ένας πλάι στον άλλο...). Κάποιος από τους θαμώνες φτύνει στο πάτωμα. Ανάμεσα στο ποτό, στην παρέα, αναρωτιούνται πάλι για τα βάσανά τους και τον αντίκτυπο που έχουν στη ζωή τους. Ματαίως πιέζουν το μυαλό τους για να θυμηθεί κάποια στιγμή (...Όσο κι ο νους να τυραννιέται...), που η ζωή τους ήταν ευτυχισμένη (...άσπρην ημέρα δε θυμιέται....).
Η κατάσταση αυτή (το ποτό και το μεθύσι στην ταβέρνα) επαναλαμβάνεται συχνά, με αποτέλεσμα οι φίλοι να λησμονούν τις απλές χαρές της καθημερινότητας και οι μέρες να περνάνε γρήγορα από δίπλα τους (...λάμπετε, σβήνετε μακριά μας...) , χωρίς αυτοί να κάνουν κάτι το ουσιαστικό. Η εικόνα που δημιουργεί ο ποιητής, με τη θάλασσα και τον ήλιο, την ανατολή και το δειλινό, δείχνει ότι η ελπίδα και η αισιοδοξία κρύβονται σε μικρά καθημερινά πράγματα, αλλά καθώς τα μέλη της παρέας μας έχουν αφεθεί στη μοίρα τους, αδυνατούν να τα αντιληφθούν (...χωρίς να μπείτε στην καρδιά μας!...).
Στη συνέχεια, αποκαλύπτονται οι πραγματικοί λόγοι για τους οποίους βασανίζονται στην ψυχή τους. Ο ένας έχει πατέρα που είναι χρόνια παράλυτος, ο άλλος τη γυναίκα του ετοιμοθάνατη και βαριά άρρωστη, κάποιος άλλος το γιο του φυλακισμένο, ενώ η κόρη του τελευταίου είναι πόρνη στο Γκάζι.
Έτσι, όπως συμβαίνει συνήθως επάνω στα μεγάλα μεθύσια, φτάνει κάποια στιγμή που, μέσα στη ζάλη, τίθενται σοβαρά θέματα για συζήτηση, "Ποιος φταίει για τα προβλήματά μας;". Η τύχη τους, ο Θεός, η ξεροκεφαλιά τους; Μάλλον φταίει για άλλο ένα βραδύ το κρασί, στο οποίο έπνιξαν και απόψε τον πόνο τους, καταλήγουν... Είναι πια τόσο απελπισμένοι, που κανείς δεν καταφέρνει να απαντήσει στο ερώτημα αυτό.
Έτσι, η κατάσταση αυτή συνεχίζεται, χωρίς να προκύπτει κάποια άλλη διέξοδος, πέραν από το ποτό στην ταβέρνα (...πίνουμε πάντα μας σκυφτοί...). Η σκοτεινή ταβέρνα, αντιπροσωπεύει τη σύγχυση που νιώθουν, η οποία μοιάζει πια με φυλακή, που δε μπορούν να αποδράσουν. Όντας αλκοολικοί και έχοντας ήδη και άλλα προβλήματα, αντιμετωπίζονται από την υπόλοιπη κοινωνία ως περιθωριακοί (...Σαν τα σκουλήκια...), εισπράττουν χλευασμό και αδιαφορία και σταδιακά απομονώνονται (...κάθε φτέρνα όπου μας έβρει μας πατεί...). Έρμαια της μοίρας τους ("Μοιραίοι" όπως είναι και ο τίτλος), της δύσκολης ζωής τους, αλλά άβουλοι και αδύναμοι να διαχειριστούν την όλη κατάσταση, έχουν εναποθέσει πλέον τις ελπίδες τους σε κάποιο "θαύμα" που θα αλλάξει τη ζωή τους.
Γενικά, το παραπάνω ποίημα είναι διαχρονικό. Η οικονομική κρίση, έχει οδηγήσει πολλούς συνανθρώπους μας σε αντίστοιχες καταστάσεις, όπου αδυνατώντας να αντιμετωπίσουν τα προβλήματά τους, καταφεύγουν σε πρακτικές, που αντί να τα λύσουν, τα επιδεινώνουν, βυθίζοντάς τους ακόμα πιο βαθιά στην αβεβαιότητα και τα ψυχολογικά προβλήματα...
Η πιο γνωστή εκτέλεση, χωρίς (δυστυχώς) να περιλαμβάνει όλες τις στροφές, είναι αυτή του Γρηγόρη Μπιθικώτση, σε μουσική Μίκη Θεοδωράκη.
Μια άλλη εκτέλεση που μου αρέσει, είναι αυτή της Καίτης Χωματά.
Και από τη Χορωδία Τρικάλων, της Τερψιχόρης Παπαστεφάνου
Το 2016 σε λίγες ώρες από τώρα φτάνει στο τέλος του! Θα ήθελα να κλείσω αυτή τη χρονιά (μια χρονιά με λίγες δημοσιεύσεις για το blog), με την παρακάτω ανάρτηση, το κεντρικό νόημα της οποίας, αποτελεί ίσως μια ευχή όλων μας (σαν άτομα, σαν χώρα, σαν πλανήτης, όπως το ερμηνεύσει κανείς...) για τη νέα χρονιά που έρχεται...
Ένα από τα πολλά τραγούδια που μου αρέσουν, είναι "Η ενδεκάτη εντολή". Οι στίχοι είναι του Νίκου Γκάτσου, έχει μελοποιηθεί από τον Γιώργο Χατζηνάσιο, ενώ πρώτη το ερμήνευσε η Νανά Μούσχουρη. Ποια είναι όμως η ενδεκάτη εντολή; Η προσωπική μου άποψη είναι η ελευθερία, άποψη την οποία θα εξηγήσω στη συνέχεια.
Η ενδεκάτη εντολή - 1985
Στίχοι: Νίκος Γκάτσος
Μουσική: Γιώργος Χατζηνάσιος
1.Νανά Μούσχουρη
Ρίξ’ ένα βλέμμα σιωπηλό
στον κόσμο τον αμαρτωλό
και δες η γη πως καίει.
Και με το χέρι στην καρδιά
αν δε σ’ αγγίξει η πυρκαγιά,
ψάξε να βρεις ποιος φταίει.
Σα χαμοπούλι ταπεινό
που δεν εγνώρισ’ ουρανό
και περπατάει στο χώμα,
την ενδεκάτη εντολή
δεν την σεβάστηκες πολύ
γι’ αυτό πονάς ακόμα.
Την ενδεκάτη εντολή
δεν την σεβάστηκες πολύ
γι’ αυτό πονάς ακόμα.
Είναι καινούργια και παλιά
σαν της ψυχής την αντηλιά,
σαν της καρδιάς τα βάθη.
Μα μες του κόσμου τη φωτιά
που μπερδευτήκαν τα χαρτιά
κανείς δε θα τη μάθει.
Τράβα να βρεις τον Μωυσή
και ξαναρώτατον κι εσύ
μήπως αυτός την ξέρει
την ενδεκάτη εντολή
που `ν’ ολοκάθαρο γυαλί
και κοφτερό μαχαίρι.
Την ενδεκάτη εντολή
που `ν’ ολοκάθαρο γυαλί
και κοφτερό μαχαίρι.
Στην παγωμένη σου ερημιά
το γέλιο γίνεται ζημιά
κι η ομορφιά σκοτάδι.
Έτσι είναι φίλε μου η ζωή
φέρνει τον ήλιο το πρωί
την καταχνιά το βράδυ.
Κάνε λοιπόν υπομονή
τώρα που φως δε θα φανεί
κι ούτε θα `ρθει καράβι.
Την ενδεκάτη εντολή
την ξέρουν μόνο οι τρελοί
κι όλοι της γης οι σκλάβοι.
Την ενδεκάτη εντολή
την ξέρουν μόνο οι τρελοί
κι όλοι της γης οι σκλάβοι.
Ο ποιητής καλεί τον αναγνώστη να ρίξει μια ματιά γύρω του, στα προβλήματα των συνανθρώπων του ("στον κόσμο τον αμαρτωλό"), της κοινωνίας και του κόσμου γενικότερα ("και δες η γη πως καίει"), και να αναλογιστεί σοβαρά και αντικειμενικά ("αν δε σ’ αγγίξει η πυρκαγιά"), τι φταίει για όλα αυτά.
Πιθανότατα ο αναγνώστης να μη μπορεί να δώσει μια σαφή απάντηση, εγκλωβισμένος στα προσωπικά του προβλήματα, αγνοώντας την "ενδεκάτη εντολή", που είναι η ελευθερία από τα δεσμά του. Τον παρομοιάζει με ένα πουλί, που αντί να πετάξει ψηλά στον ουρανό, ελεύθερο και περήφανο, παραμένει καθηλωμένο στο έδαφος, ανήμπορο να κάνει κάτι.
Η ενδεκάτη εντολή είναι μια αξία διαχρονική ("Είναι καινούργια και παλιά"), που φωλιάζει μέσα στις καρδιές των ανθρώπων ("σαν της καρδιάς τα βάθη"). Η αναταραχή όμως ("που μπερδευτήκαν τα χαρτιά") που προκάλεσε του "κόσμου η φωτιά", δηλαδή πόλεμοι, κακουχίες, εκμετάλλευση, έθεσε νέες προτεραιότητες για τον κόσμο (ίσως η προσωπική επιβίωση), ο οποίος τη λησμόνησε.
Η αναφορά του ποιητή στο Μωυσή και κατ' επέκταση στις δέκα εντολές, δείχνει ότι από πολύ παλιά ο άνθρωπος είχε αντιληφθεί την αξία της νομοθεσίας και του δικαίου για την εύρυθμη λειτουργία των κοινωνιών και των ανθρωπίνων σχέσεων. Η ελευθερία λοιπόν είναι όχι μόνο διαχρονική αξία, αλλά επίσης άδολη και ξεκάθαρη μέσα στην ψυχή του κόσμου ("ολοκάθαρο γυαλί"), σαν ένα κοφτερό μαχαίρι που θα κόψει τα δεσμά της καταπίεσης.
Η ζωή των καταπιεσμένων ανθρώπων είναι δύσκολη και μοναχική ("Στην παγωμένη σου ερημιά"), και οποιαδήποτε αχτίδα αισιοδοξίας και χαράς (γέλιο, ομορφιά), αγνοείται ή αντιμετωπίζεται με καχυποψία και ειρωνεία (ζημιά, σκοτάδι). Κάποιοι από τους ανθρώπους το φιλοσοφούν περισσότερο. Γιατί συμβαίνουν αυτά; Ποιος φταίει; Πώς θα αλλάξει; Έρχονται όμως κάποιοι να τους "συνετίσουν". Έτσι είναι η ζωή, λένε, για άλλους είναι εύκολη (ήλιος), για άλλους δύσκολη (καταχνιά). Γιατί να μπλέξεις εσύ; ας κάνει την αλλαγή κάποιος άλλος "τρελός". Ο ποιητής θεωρεί, λοιπόν, ότι πολλοί έχουν αναρωτηθεί για πολλά από αυτά που τους συμβαίνουν, αλλά για διάφορους λόγους, προτιμούν να προσμένουν καλύτερες μέρες, χωρίς εκείνοι να πράξουν κάτι γι αυτό.
Ποιοι είναι όμως αυτοί που γνωρίζουν την ενδεκάτη εντολή, και κατ΄επέκταση παλεύουν γι αυτή; Είναι οι τρελοί και οι σκλάβοι αυτού του κόσμου! Οι μεν γιατί δεν αντιλαμβάνονται το βάρος των κυρώσεων των πράξεων τους εξαρχής, οι δε γιατί δεν έχουν τίποτα να χάσουν στις προσπάθειές τους!
Μετά από απουσία μερικών εβδομάδων, επιστρέφω ξανά... Το 3ήμερο της 28ης είχα κατέβει μια βόλτα στην Αθήνα, μια βόλτα που χρειαζόταν, για να σπάσει και λίγο η μονοτονία, μετά από 2 μήνες στο Βόλο.
Το Σάββατο το πρωί πήγα κέντρο. Στα φανάρια Καλάρη με Αχαρνών, παρατήρησα ένα μικρό παιδί, με ένα εργαλείο καθαρισμού τζαμιών στα χέρια. Περίμενε πότε το φανάρι θα ανάψει κόκκινο, για να καθαρίσει τα τζάμια του αυτοκινήτου κάποιου διερχόμενου οδηγού. Στο μυαλό μου ήρθε το παρακάτω ποίημα, από τα Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας της Β' Γυμνασίου. Μέσω της ανάρτησης αυτής, στέλνω και χαιρετισμούς στο φιλόλογο κύριο Βωβό, που μας το χε διδάξει στο σχολείο...
Στη διάρκεια της τελευταίας δεκαετίας του εικοστού αιώνα, μετά την κατάρρευση των καθεστώτων των ανατολικών χωρών, μεγάλο μέρος του πληθυσμού τους μετακινήθηκε σε ευρωπαϊκές χώρες, με σκοπό την εξεύρεση εργασίας. Από την εποχή αυτή και ως τις μέρες μας ζουν και βιοπαλεύουν στη χώρα μας χιλιάδες οικονομικοί μετανάστες, όπως το παιδί του ποιήματος, που κερδίζει το ψωμί του στα φανάρια της λεωφόρου και κοιμάται στο μηχανοστάσιο του εργοστασίου. Το ποίημα περιλαμβάνεται στη συλλογή Το κυπαρίσσι των εργατικών (1995).
Νύχτα. Η κίνηση αραιή στη λεωφόρο. Μες στο κλειστό, το φωτισμένο εργοστάσιο, Οι μηχανές, αποσταμένες* μα άγρυπνες, Επιβλέπουν σαν άκακοι γίγαντες Τον ύπνο του μικρού. Στριμωγμένος Κοντά στη σκάρα του ατμού,* Με του αδερφού του το παλτό σκεπασμένος Ξεκουράζεται. Όλη τη μέρα δουλεύει στα φανάρια* Σκουπίζει τζάμια βιαστικά με το κόκκινο. Εισπράττει κέρματα ή την εύλογη* αγανάκτηση. Περιμένει το επόμενο φανάρι. Τίμια κερδίζει έτσι το ψωμί Και το μερίδιο του νυχτοφύλακα, Που τον αφήνει να κοιμάται εκεί μέσα.
Τα χιονισμένα βουνά της πατρίδας του, Τα χέρια της μάνας του που τύλιγαν γύρω του Γυναίκειο μαντίλι για το κρύο, Το δάσκαλο που πληρωνότανε με γάλα Μόλις θυμάται. Θυμάται κάτι ελληνικά από το στόμα του, Που τώρα εδώ ακούγονται αλλιώτικα. Όχι σαν βότσαλα γυαλιστερά μεγάλης θάλασσας, Όχι σαν ποδοβολητό του αλόγου Ενός ανίκητου στρατηλάτη,* Αλλά να, σαν τα κέρματα στην τσέπη,
Σαν το φτύσιμο στο βλέμμα του πελάτη. Καμιά φορά πιο εγκάρδια Σαν τούτο δω το βουητό της σκάρας, Που όλο ανεβάζει το θερμό ατμό.
Δ. Χ. Χριστοδούλου, Το κυπαρίσσι των εργατικών, Καστανιώτης
Η ανάρτηση αυτή, "ανεβαίνει" με αφορμή την προχθεσινή εκδήλωση στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής, που διοργάνωσε ο Πανελλαδικός Σύνδεσμος Αγωνιστών Εαμικής Εθνικής Αντίστασης.
Ένα από τα αγαπημένα μου τραγούδια που έχει τραγουδήσει ο Στέλιος Καζαντζίδης (σχετικό με την αφορμή της ανάρτησης), είναι το "Δε θέλω να μου δέσετε τα μάτια". Οι στίχοι είναι του Κώστα Βίρβου και η μουσική του Χρήστου Λεοντή.
Ο αγωνιστής έχει συλληφθεί και οδηγηθεί στο εκτελεστικό απόσπασμα. Παραμένει όμως θαρραλέος μέχρι το τέλος. Ζητά να μην του δέσουν τα μάτια, για να δει τον ήλιο για τελευταία φορά (οι εκτελέσεις γίνονταν συνήθως νωρίς το πρωί) και δε φοβάται να αντικρίσει το θάνατο που έρχεται (...δεν σκιάζομαι τα βόλια τα σκληρά...). Η πράξη της θυσίας του, θα κάνει μεγαλύτερο κακό στους κατακτητές, καθώς θα εμπνεύσει τους υπόλοιπους αγωνιστές και το λαό να τους πολεμήσουν (...κι αν κάνετε τα στήθια μου κομμάτια εσείς πεθαίνετε κι όχι εγώ...). Ο λαός θα θυμάται μετά από καιρό τις θυσίες αυτές και θα αισθάνεται ευγνωμοσύνη (...να στείλω στους ανθρώπους τη χαρά...).
Στις 28 Σεπτεμβρίου του 1893, γεννιέται στη Αγία Ευθυμία Παρνασσίδος, ο λογοτέχνης, κριτικός, θεατρικός συγγραφέας, ποιητής και πεζογράφοςΓιάννης Σκαρίμπας. Έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στη Χαλκίδα.
Παραθέτω το παρακάτω, από τη σελίδα στο facebook του EviaPortal:
"...Ο Γιάννης Σκαρίμπας ταυτίστηκε με τη Χαλκίδα –όπως ο Καρυωτάκης με την Πρέβεζα, ο Καβάφης με την Αλεξάνδρεια, ο Παπαδιαμάντης με τη Σκιάθο–, την έκανε σημείο αναφοράς στην ποίησή του, της έδωσε υπόσταση ερωτικού αντικειμένου και, ως σύμβολο ή ως μεταφορά, η επαρχιακή αυτή πόλη του μεσοπολέμου έγινε η σφραγίδα του ποιητικού του κόσμου..."
Ένα από τα αγαπημένα μου ποιήματά του, είναι το "Σπασμένο καράβι". Έχει μελοποιηθεί από το Γιάννη Σπανό.
Σπασμένο καράβι
Στίχοι: Γιάννης Σκαρίμπας
Μουσική: Γιάννης Σπανός
Σπασμένο καράβι να `μαι πέρα βαθιά
έτσι να `μαι
με δίχως κατάρτια με δίχως πανιά
να κοιμάμαι
Να `ν’ αφράτος ο τόπος κι η ακτή νεκρική
γύρω γύρω
με κουφάρι γειρτό και με πλώρη εκεί
που θα γείρω
Να `ν’ η θάλασσα άψυχη και τα ψάρια νεκρά
έτσι να `ναι
και τα βράχια κατάπληκτα και τ’ αστέρια μακριά
να κοιτάνε
Δίχως χτύπο οι ώρες και οι μέρες θλιβές
δίχως χάρη
κι έτσι κούφιο κι ακίνητο μες σε νύχτες βουβές
το φεγγάρι
Έτσι να `μαι καράβι γκρεμισμένο νεκρό
έτσι να `μαι
σ’ αμμουδιά πεθαμένη και κούφιο νερό
να κοιμάμαι
Η πρώτη εκτέλεση του τραγουδιού, από τον Κώστα Καράλη.
Η 21η Σεπτεμβρίου έχει καθιερωθεί από τον ΟΗΕ ως "Παγκόσμια Ημέρα Ειρήνης". Θεωρώ τη μέρα αυτή ιδιαίτερα επίκαιρη, κυρίως λόγω του πολέμου στη Συρία και το Ιράκ και το κύμα προσφύγων από τις χώρες αυτές. Η ειρήνη δεν θεωρείται κάτι δεδομένο πλέον (όχι πως ήταν ποτέ...), παρόλο που πόλεμοι στις μέρες μας δε γίνονται τόσο συχνά όσο παλαιότερα. Οι συνθήκες και τα μέσαέχουν αλλάξει πολύ σε σχέση με το παρελθόν. Μπορεί να μην συγκρούονται χώρες άμεσα, αλλά η ειρήνη και η σταθερότητα να διασαλεύονται από την τρομοκρατία και την υπονόμευση θεσμών, οδηγώντας εν τέλει σε μια σύγκρουση. Θύματα πάντοτε είναι οι λαοί των χωρών που θα βιώσουν τη σύγκρουση, που ακόμα και να τελειώσει η κατάσταση αυτή, θα πάρει πολλά χρόνια για να "επουλώσουν" τις πληγές και τα προβλήματα που άφησε πίσω του ο πόλεμος. Το ζήτημα είναι να υπάρξει όντως ευαισθητοποίηση από οργανισμούς που παραμένουν απαθείς (ΟΗΕ) ή χώρες με μεγάλη επιρροή στο παγκόσμιο σκηνικό, και όχι να αναλωνόμαστε σε εκθέσεις ιδεών περί των αγαθών της ειρήνης, με την προϋπόθεση βέβαια η ευαισθητοποίηση αυτή να γίνεται με ανιδιοτελείς σκοπούς και όχι για να εξυπηρετήσει συμφέροντα (λέμε τώρα...).
Γράφοντας το άρθρο, μου ήρθε στο μυαλό το εξώφυλλο του σχολικού βιβλίου "Εμείς και ο κόσμος", που είχα το μακρινό 2003-2004 που ήμουν στη Β' Δημοτικού. Αν δεν απατώμαι, σε κάποια από τις σελίδες του βιβλίου, υπήρχε το παρακάτω ποίημα του Γιάννη Ρίτσου. Παραθέτω εξώφυλλο και ποίημα στην παρούσα ανάρτηση, καθώς πιστεύω ότι προωθούν την συμφιλίωση των λαών του κόσμου αυτού...
Ζαλισμένος από τις υποχρεώσεις της εξεταστικής (τελείωσε την περασμένη βδομάδα), βγήκα ένα απόγευμα, να περπατήσω στην παραλία του Βόλου. Μμμμ...., μου φαίνεται θα δώσω μια δόση ποιητικότητας στην περιγραφή... Ο ήλιος έδυε και ο ουρανός είχε πάρει τα χαρακτηριστικά χρώματα του δειλινού. Μαζί με το αεράκι, ερχόταν από μακριά μια γνώριμη μελωδία, η μουσική από την Οδό Ονείρων του Μάνου Χατζιδάκι. Σε μια άκρη ήταν ένας ηλικιωμένος κύριος με τη λατέρνα του, ανάμεσα στον κόσμο, που προχωρούσε στην προκυμαία.
Γενικά έχω μια ιδιαίτερη συμπάθεια στους μουσικούς του δρόμου (γι' αυτό σχεδόν πάντα τους αφήνω κάτι), γιατί δίνουν μια διαφορετική νότα στη γρήγορη και μονότονη ζωή της πόλης. Μπορεί να είσαι στεναχωρημένος, πιεσμένος, κάτι να σε απασχολεί, και η μουσική που θα ακούσεις ξαφνικά, να σου φτιάξει τη διάθεση και να σε γεμίσει αισιοδοξία...
Στο Βόλο υπάρχουν ακόμα ένας βιολιστής στην πλατεία του Αγίου Νικολάου και ένας ηλικιωμένος κύριος με ένα ακορντεόν στον πεζόδρομο της Ερμού. Άλλη μια φορά είχα συναντήσει κάποιον με τη λατέρνα του να τριγυρνά στους δρόμους του Βόλου.
Ευτυχώς, το ίντερνετ πλέον διαθέτει τα πάντα... Έτσι με μια σχετική αναζήτηση, μπόρεσα και βρήκα τις μελωδίες στο YouTube, και θα τις μοιραστώ εδώ μαζί σας...
======================================
Ένα τραγούδι που μου 'ρθε στο νου, την ώρα που έγραφα την ανάρτηση...
Καλή σας ακρόαση...
Η λατέρνα - 1954
Στίχοι: Άγγελος Τερζάκης
Μουσική: Μάνος Χατζιδάκις
Κάθε που βραδιάζει στη μικρή τη γειτονιά μ’ ήλιο ή με χαλάζι με νοτιά και με χιονιά έρχεται ν’ αράξει μάθε του έρωτα φονιά μια λατέρνα κούτσα κούτσα στη γωνιά. Γλυκόλαλη, γλυκόλαλη λατέρνα στη βραδιά σαν το πουλί, σαν το πουλί φτεροκοπάει η καρδιά. και ξανανθίζει στη μαραμένη τη γειτονιά ξεγελασμένη μεσ’ στο χειμώνα κι η λεμονιά. Σ’ ένα δρόμο σ’ ένα στενό, μες στο σύθαμπο το γαλανό έχουν στήσει τώρα φωλιά του Παραδείσου θαρρείς τα πουλιά. Γλυκόλαλη, γλυκόλαλη λατέρνα στη βραδιά σαν το πουλί, σαν το πουλί φτεροκοπάει η καρδιά. και ξανανθίζει στη μαραμένη τη γειτονιά ξεγελασμένη μεσ’ στο χειμώνα κι η λεμονιά.
Ένα τραγούδι που ήθελα εδώ και μέρες να αναρτήσω, αλλά επέλεξα τη σημερινή μέρα, καθώς στις 12 Ιουλίου του 1904 γεννήθηκε ο χιλιανός συγγραφέας και ποιητής (βραβευμένος με το Νόμπελ λογοτεχνίας το 1971) Πάμπλο Νερούδα, ο οποίος έχει γράψει τους στίχους.
Το τραγούδι ονομάζεται "Πατρίδα ζητάμε" και όπως διάβασα στο stixoi.info (διαδικτυακό αρχείο στίχων), είναι μουσικό έργο του 1972 βασισμένο στην ποίηση του Πάμπλο Νερούδα για τον Μεξικανό αγρότη Επαναστάτη ΕμιλιάνοΖαπάτα (σπουδαία ηγετική προσωπικότητα των ανταρτών της αγροτικής Μεξικανικής Επανάστασης του 1910). Η μουσική είναι του Γιάννη Γλέζου και έχει γίνει ελεύθερη απόδοση από τον Λευτέρη Παπαδόπουλο.